KEMPER - Πρωτοπόρες τεχνολογίες

Γενικοί Όροι Συναλλαγών

I. Γενικοί όροι

(1) Οι ατομικές συμβάσεις χαίρουν προτεραιότητας έναντι των γενικών όρων συνεργασίας.

(2) Οι προσφορές μας δεν είναι νομικώς δεσμευτικές. Εντολές έχουν για εμάς δεσμευτικό χαρακτήρα μόνον αφότου επικυρωθούν γραπτώς από εμάς. Αυτό ισχύει επίσης και για συμφωνίες που πραγματοποιούνται τηλεφωνικώς, μέσω τηλεομοιοτυπίας ή προφορικώς καθώς και για όλες τις τροποποιήσεις συναλλαγών που έχουν ήδη πραγματοποιηθεί. Ο παραγγελιοδότης δεσμεύεται από την παραγγελία που έχει αναθέσει.

(3) Η σύναψη της σύμβασης υποχρεώνει τον επιχειρηματία να παραδώσει το υποσχεθέν έργο, με εξαίρεση της περίπτωσης συμβάντων, για τα οποία ο ίδιος δεν ευθύνεται.

(4) Μεταξύ του παραγγελιοδότη και του επιχειρηματία ισχύουν αποκλειστικά οι γενικοί όροι πώλησης και παράδοσης του επιχειρηματία. Διαφορετικοί όροι του παραγγελιοδότη υποχρεώνουν τον επιχειρηματία μόνον εφόσον αναγνωριστούν γραπτώς από αυτόν. Αυτό ισχύει επίσης και εάν διαφορετικοί όροι επισυναφθούν στην παραγγελία ή αναφερθούν σε αυτήν.

(5) Διατηρούμε κάθε επιφύλαξη του δικαιώματος μας μη ουσιαστικών τροποποιήσεων των προϊόντων μας ακόμα και μετά την σύναψη της σύμβασης.

(6) Οι τεχνικές μας συμβουλές δεν είναι δεσμευτικές. Σημαντικό είναι μόνο το περιεχόμενο της επικύρωσης της παραγγελίας από εμάς, στο βαθμό που δε διατυπωθεί ένσταση εντός 7 ημερών.

II. Τιμές

(1) Οι τιμές μας ισχύουν για διάστημα 3 μηνών από την ημερομηνία της επικύρωσης της παραγγελίας από εμάς. Για παρεκκλίνουσα  συμφωνία  απαιτείται γραπτή διατύπωση βάσει παρ. I, (2).

(2) Σε περίπτωση μεταβολής της πιστοληπτικής ικανότητας του παραγγελιοδότη μας ή σχετικών πληροφοριών που περιέλθουν σε γνώση μας εκ των υστέρων, διατηρούμε το δικαίωμα αλλαγής των όρων πληρωμής κατ΄ επιλογήν μας ή λύσης της σύμβασης.

III. Πληρωμή

(1) Όλες οι πληρωμές πρέπει να πραγματοποιούνται εμπρόθεσμα σε Ευρώ και κατά βάση χωρίς κρατήσεις. Η παρακράτηση πληρωμών και ο συμψηφισμός με άλλες απαιτήσεις δεν επιτρέπεται, εφόσον οι αξιώσεις δεν έχουν αναγνωριστεί από κοινού ή δικαστικώς. Ομοίως αποκλείεται το δικαίωμα μείωσης έκπτωσης.

(2) Οι προθεσμίες πληρωμής αρχίζουν με την παραλαβή του τιμολογίου. Σχετικά θεωρείται πως το τιμολόγιο μας έχει παραδοθεί σε εσάς το αργότερο την 3η ημέρα που έπεται της ημερομηνίας έκδοσής του.

α) Εάν η πληρωμή πραγματοποιηθεί εντός 14 ημερών, τότε δικαιούστε έκπτωση άμεσης εξόφλησης που ανέρχεται στο 2%. Διαφορετικά το τιμολόγιο μας πρέπει να εξοφληθεί χωρίς εκπτώσεις το αργότερο έως την 30ή μέρα. Δεν δικαιούται έκπτωση άμεσης εξόφλησης ο παραγγελιοδότης που βρίσκεται σε καθυστέρηση με την εκπλήρωση παλαιότερων υποχρεώσεων έναντι του επιχειρηματία.

β) Τα τιμολόγια από παροχή υπηρεσιών (συναρμολόγηση, τεχνική υποστήριξη και συντηρήσεις) πρέπει να εξοφλούνται χωρίς καμμία έκπτωση και άμεσα μετά την παραλαβή τους.

(3) Για τις εκκρεμείς πληρωμές από τον χρόνο που κηρύσσονται εκπρόθεσμες συνυπολογίζονται τόκοι βάσει του συνήθους τραπεζικού επιτοκίου ή τουλάχιστον του νόμιμου επιτοκίου που προβλέπεται για εκπρόθεσμες πληρωμές.
Ανεξάρτητα από αυτό μπορούμε όταν εκπληρούνται οι νομικές προϋποθέσεις να εγείρουμε απαίτηση τόκων υπερημερίας ύψους 8 %  μονάδων παραπάνω από το βασικό επιτόκιο. Διατηρούμε το δικαίωμα υψηλότερων επιτοκίων υπερημερίας.

(4) Έκτακτα έξοδα εκπτώσεων ή τροποποιήσεων επιβαρύνουν τον παραγγελιοδότη.

(5) Όλες οι απαιτήσεις του επιχειρηματία κηρύσσονται άμεσα απαιτητές σε περίπτωση μη τήρησης των όρων πληρωμής ή εάν μετά την σύναψη της σύμβασης περιέλθουν εις γνώση του επιχειρηματία καταστάσεις που σύμφωνα με την γνώμη του μειώνουν την πιστοληπτική ικανότητα του παραγγελιοδότη. Επιπροσθέτως ο επιχειρηματίας διατηρεί το δικαίωμα να πραγματοποιήσει εκκρεμούσες παραδόσεις ή μερικές παραδόσεις έναντι μίας προκαταβολής ή εγγύησης, να παραιτηθεί από την σύμβαση κατόπιν εύλογου χρονικού διαστήματος ή να εγείρει απαιτήσεις αποζημίωσης λόγω μη πλήρωσης των όρων.

(6) Όλες οι πληρωμές πρέπει να πραγματοποιούνται αποκλειστικά προς τον ίδιο τον επιχειρηματία. Οι αντιπρόσωπο του επιχειρηματία έχουν δικαίωμα είσπραξης μόνον εάν έχουν εξουσιοδοτηθεί ρητώς ως προς αυτό.

(7) Συναλλαγματικές και επιταγές γίνονται αποδεκτές μόνο ως μέσο πληρωμής. Η αποδοχή τους επαφίεται στην κρίση του επιχειρηματία. Οι συναλλαγματικές θα πρέπει να επιδέχονται έκπτωσης προεξόφλησης και να είναι μετά φόρων.

IV. Χρόνος παράδοσης

(1) Οι χρόνοι και οι προθεσμίες παράδοσης δεν είναι δεσμευτικές.  Εάν ένας χρόνος παράδοσης συμφωνηθεί ως δεσμευτικός, τότε αρχίζει με την ημερομηνία της επικύρωσης της παραγγελίας. Εν τούτοις οι συμφωνηθέντες χρόνοι παράδοσης προϋποθέτουν ότι ο παραγγελιοδότης έχει αποσαφηνίσει εγκαίρως όλες τις τεχνικές και εμπορικές λεπτομέρειες και έχει καταβάλει την πληρωμή εμπρόθεσμα.
(2) Μη προβλέψιμα κωλύματα, ανεξαρτήτως εάν παρουσιασθούν στο εργοστάσιο μας ή στους προμηθευτές μας, όπως π.χ. δυσλειτουργίες, έκτακτα περιστατικά, αποκλεισμοί και παρόμοιες καθυστερήσεις για τις οποίες δεν φέρουμε ουδεμία ευθύνη, μας αποδεσμεύουν από την τήρηση του συμφωνηθέντος χρόνου παράδοσης. Θα ενημερώσουμε τους πελάτες μας σχετικά με παρόμοια περιστατικά κατά το δυνατόν άμεσα. Δεν υφίσταται κανένα δικαίωμα αποζημίωσης του παραγγελιοδόχου σε περίπτωση υπέρβασης του χρόνου παράδοσης.
(3) Σε ότι αφορά μη δεσμευτικά συμφωνηθέντες χρόνους παράδοσης ο παραγγελιοδόχος μπορεί με το πέρας τριών εβδομάδων υπέρβασης της προθεσμίας να απαιτήσει γραπτώς την παράδοση εντός εύλογης προθεσμίας. Εάν ο επιχειρηματίας δεν παραδώσει εντός της εν λόγω προθεσμίας τότε σημειώνεται υπερημερία. Εν τούτοις ο παραγγελιοδότης μπορεί εκτός της παράδοσης να εγείρει και μία αποζημίωση για την καθυστέρηση μόνον εάν ο επιχειρηματίας επιδείξει πρόθεση ή βαρεία αμέλεια. Σε περίπτωση καθυστέρησης ο παραγγελιοδότης μπορεί να θέσει γραπτώς στον επιχειρηματία μία κατάλληλη παράταση επισημαίνοντας ότι πέραν της λήξης της εν λόγω προθεσμίας θα αρνηθεί την παράδοση.
Κατόπιν της λήξης του χρόνου παράτασης χωρίς αποτέλεσμα ο παραγγελιοδότης δικαιούται μέσω γραπτής του δήλωσης να παραιτηθεί από την σύμβαση ή σε περίπτωση πρόθεσης ή βαρείας αμέλειας να εγείρει απαίτηση αποζημίωσης λόγω μη εκπλήρωσης των όρων. Στην προκειμένη περίπτωση η αξίωση έναντι της παράδοσης αποκλείεται. Τα ίδια δικαιώματα διατηρεί ο παραγγελιοδότης σε περίπτωση υπέρβασης μίας δεσμευτικής ημερομηνίας ή προθεσμίας παράδοσης, εκτός εάν η αξίωση αποκλείεται  βάσει του (2).


V. Αποστολή και μετάθεση κινδύνου

(1) Ο κίνδυνος μετατίθεται στον παραγγελιοδότη με την παράδοση στον μεταφορέα, τον υπεύθυνο ναύλωσης ή σε οποιοδήποτε άτομο είναι υπεύθυνο για την αποστολή. Αυτό ισχύει και στην περίπτωση χρήσης ιδίων οχημάτων και παράδοσης χωρίς ναύλωση. Μία ασφάλεια της μεταφοράς πραγματοποιείται μόνο κατόπιν ρητού σχετικού αιτήματος του παραγγελιοδότη. Εάν δεν έχει συμφωνηθεί διαφορετικά, το δρομολόγιο και η προώθηση επαφίενται στην επιλογή του επιχειρηματία.
(2) ) Εάν κατόπιν σχετικού αιτήματος του παραγγελιοδότη μία παράδοση διακοπεί μετά την φόρτωση , τα προκύπτοντα έξοδα επιβαρύνουν τον παραγγελιοδότη.


VI. Παράπονα, εγγύηση και αστική ευθύνη

(1) Ο επιχειρηματίας διατηρεί το δικαίωμα αλλαγών λόγω τεχνικών γνώσεων, νέων κανονισμών ή παρεμφερών εξελίξεων.


(2) Παράπονα πρέπει να διατυπώνονται αμέσως μετά την παραλαβή του προϊόντος. Αποκλείονται εάν δεν μας κοινοποιηθούν εντός μίας εβδομάδας μετά την παραλαβή του προϊόντος. Ελαττώματα τα οποία κατόπιν επισταμένου ελέγχου  δεν εντοπιστούν εντός της εν λόγω προθεσμίας (κρυφά ελαττώματα) πρέπει να αναφέρονται άμεσα όταν εντοπίζονται. Οι αξιώσεις αποκατάστασης των ελαττωμάτων πρέπει να εγείρονται αμέσως μετά την παραλαβή της παράδοσης.
Ο χρόνος ισχύος της εγγύησης ανέρχεται σε 12 μήνες. Ο χρόνος αρχίζει με την μετάθεση του κινδύνου.


(3) Για θεμελιωμένες αξιώσεις αποκατάστασης ο επιχειρηματίας αναλαμβάνει την εκπλήρωση των υποχρεώσεων της εγγύησης βάσει των κάτωθι κανόνων:


a) Ο επιχειρηματίας υποχρεούται να προσφέρει τη δυνατότητα βελτίωσης ή αντικατάστασης κατ' επιλογή του. Κατόπιν σχετικού αιτήματος του παραγγελιοδότη υποχρεούται να κοινοποιήσει σε αυτόν εντός 14 ημερών τον τρόπο άσκησης του δικαιώματος επιλογής του.


β) Σε περίπτωση αδυναμίας, αποτυχίας ή απόρριψης βελτίωσης ή αντικατάστασης, τότε ο παραγγελιοδότης μπορεί να απαιτήσει μία αντίστοιχη μείωση του αντιτίμου {>(έκπτωση) ή εάν επιθυμεί την παραίτηση του από την σύμβαση.  

γ) Αποκλείονται οιεσδήποτε αξιώσεις του παραγγελιοδότη έναντι ημών ή των συνεργατών μας σχετικά με την καταβολή αποζημίωσης. Αυτό δεν ισχύει για ζημιές θανατηφόρων, σωματικών ή επικίνδυνων για την υγεία βλαβών. Επίσης η αποποίηση της αστικής ευθύνης δεν ισχύει στις περιπτώσεις που η ζημιά οφείλεται σε μία εκούσια ή λόγω σημαντικής αμελείας αθέτηση των υποχρεώσεων του επιχειρηματία ή ενός εκ των νόμιμων αντιπροσώπων του ή συνεργατών του. Η αποποίηση της αστικής ευθύνης δεν ισχύει στην περίπτωση, που οι ζημιές ανάγονται στην αθέτηση ουσιαστικών υποχρεώσεων του επιχειρηματία.  Στην προκειμένη περίπτωση η ευθύνη μας περιορίζεται μέχρι το ύψος των ζημιών, στον βαθμό που κατά την σύναψη της σύμβασης ή διεξαγωγής των διαπραγματεύσεων μπορούσαν να προβλεφθούν ως πιθανές συνέπειες μίας ενδεχόμενης αθέτησης των υποχρεώσεων ή που θα μπορούσαν να προβλεφθούν βάσει των καταστάσεων που γνωρίζαμε ή οφείλαμε να γνωρίζουμε.


(4) Μέχρι την αποκατάσταση των ελαττωμάτων δεν επιτρέπεται καμμία διάθεση ή χρήση του προϊόντος. Ο επιχειρηματίας δύναται να απαιτήσει τη δέουσα αποθήκευση του θιγόμενου προϊόντος με έξοδα του παραγγελιοδότη.

 

(5) Εάν ο παραγγελιοδότης προβεί σε μετατροπές του αντικειμένου της παράδοσης χωρίς την γραπτή έγκριση του επιχειρηματία, τότε όλες οι αξιώσεις της εγγύησης κηρύσσονται άκυρες.


VII
. Επιφύλαξη δικαιώματος ιδιοκτησίας

(1) ) Όλες οι παραδόσεις του επιχειρηματία πραγματοποιούνται με την επιφύλάξη κάθε δικαιώματος ιδιοκτησίας. Η ιδιοκτησία περιέρχεται στον παραγγελιοδότη μόνο εφόσον εκπληρώσει όλες του τις δεσμεύσεις που προκύπτουν από την συναλλαγή του με τον επιχειρηματία. Αυτό ισχύει και όταν το αντίτιμο αγοράς έχει καταβληθεί από τον παραγγελιοδότη για ορισμένες από αυτόν χαρακτηριζόμενες παραδόσεις. Σε περίπτωση μη πλήρως εξοφληθέντος τιμολογίου το επιφυλασσόμενο δικαίωμα ιδιοκτησίας χρησιμοποιείται ως ασφάλεια για την απαίτηση εκ μέρους του επιχειρηματία εξόφλησης του υπολοίπου. Σε περίπτωση που δοθεί συναλλαγματική ή επιταγή ως μέσο πληρωμής ως εκπλήρωση της υποχρέωσης θεωρείται η είσπραξή της.


(2) Ο επιχειρηματίας υποχρεούται κατόπιν αιτήματος του παραγγελιοδόχου να αποδεσμεύσει τις εγγυήσεις εφόσον η πραγματική των υφιστάμενων εγγυήσεων προς όφελος  του επιχειρηματία υπερβαίνουν ποσοστό 20% των απαιτήσεων προς εγγύηση. Η επιλογή των εγγυήσεων προς αποδέσμευση επαφίεται στον επιχειρηματία.


(3) Ο παραγγελιοδότης δεν μπορεί να αποκτήσει δικαίωμα ιδιοκτησίας επί των παραδιδόμενων προϊόντων μέσω της επεξεργασίας τους σε ένα νέο προϊόν. Επεξεργάζεται το προϊόν για τον επιχειρηματία.


Στην περίπτωση επεξεργασίας του προϊόντος από τον παραγγελιοδότη με άλλα προϊόντα που δεν ανήκουν στον επιχειρηματία, στον τελευταίο αναλογεί δικαίωμα ιδιοκτησίας  κατ΄ αναλογία της αξίας του τιμολογίου των επεξεργασμένων προϊόντων για τα οποία ισχύει η επιφύλαξη του δικαιώματος  ιδιοκτησίας προς την τιμή αγοράς των λοιπών επεξεργασμένων προϊόντων. Για το νέο προϊόν ισχύει το ίδιο όπως και για το προϊόν για τα οποία ισχύει η επιφύλαξη του δικαιώματος ιδιοκτησίας.


(4) Ο παραγγελιοδότης οφείλει να πωλήσει τα παραδομένα προϊόντα και τα αντικείμενα που προέκυψαν από την επεξεργασία αυτών μόνο στα πλαίσια μίας κανονικής συναλλαγής. Ο παραγγελιοδότης υποχρεούται να επιφυλάσσεται έναντι των πελατών του, κάθε δικαιώματος ιδιοκτησίας επί των προϊόντων που του αναλογεί, έως ότου οι τελευταίοι καταβάλλουν το πλήρες αντίτιμο. Όλες οι απαιτήσεις του παραγγελιοδότη από την μεταπώληση των προϊόντων για τα οποία ισχύει η επιφύλαξη κάθε δικαιώματος ιδιοκτησίας παραχωρούνται αμέσως στον επιχειρηματία. Αυτό ισχύει και για απαιτήσεις που αφορούν στα προϊόντα για τα οποία ισχύει η επιφύλαξη κάθε δικαιώματος ιδιοκτησίας και οφείλονται σε διαφορετικά νομικά αίτια. Εάν το προϊόν για το οποίο ισχύει η επιφύλαξη πωληθεί μαζί με ξένα προϊόντα από τον παραγγελιοδότη μετά ή άνευ σχετικής συμφωνίας, η απαίτηση του αντιτίμου πώλησης θεωρείται ως εκχωρηθείσα καθ΄ ύψος της αξίας του προϊόντος για το οποίο ισχύει η επιφύλαξη. Ο παραγγελιοδότης εξουσιοδοτείται να συλλέγει τις εκχωρηθείσες απαιτήσεις για όσο διάστημα εκπληρώνει τις συμβατικές του υποχρεώσεις πληρωμής έναντι του επιχειρηματία.


(5) Ο παραγγελιοδότης εκχωρεί στον επιχειρηματία από αυτήν την στιγμή όλες τις απαιτήσεις από απορρέουν από οιαδήποτε ενοικίαση, εκμίσθωση ή δανεισμό του αντικειμένου που έχει παραδοθεί έως την λήξη της επιφύλαξης του δικαιώματος ιδιοκτησίας. 


(6) Ο παραγγελιοδότης υποχρεούται να ενημερώσει άμεσα τον επιχειρηματία σχετικά με οποιαδήποτε αλλαγή της σχέσης νομής ή έκθεσης σε κίνδυνο της ιδιοκτησίας του επιχειρηματία εξ΄ αιτίας επικείμενης κατάσχεσης, πράξεων τρίτων, κ.α. Οι δικαστικοί επιμελητές που επιλαμβάνονται της αναγκαστικής εκτέλεσης πρέπει να ενημερώνονται σχετικά με την επιφύλαξη του δικαιώματος επί της ιδιοκτησίας του προϊόντος. Ο παραγγελιοδότης φέρει την αστική ευθύνη για όλα τα έξοδα ή τις ζημίες που προκύπτουν από την παράλειψή του να προβεί στις απαραίτητες σύμφωνα με τις ως άνω επισημάνσεις ενέργειες.


(7) Εάν ο παραγγελιοδότης καθυστερήσει με την πληρωμή, τότε ο επιχειρηματίας δικαιούται να αξιώσει την επιστροφή όλων των αντικειμένων που έχουν παραδοθεί και για τα οποία ισχύει η επιφύλαξη του δικαιώματος ιδιοκτησίας. Για αυτήν την περίπτωση ο παραγγελιοδότης επιτρέπει ήδη από τώρα την είσοδο στα γραφεία του.

 
(8) Ο παραγγελιοδότης υποχρεούται να ασφαλίσει επαρκώς τα προϊόντα για τα οποία ισχύει η επιφύλαξη.  Εκχωρεί δε αμέσως ορισμένες αξιώσεις της ασφάλειας στον επιχειρηματία.

VIII.
Τόπος εκτέλεσης και δωσιδικία

Για όλες τις - συμβατικές και εξωσυμβατικές - διαφορές εφαρμόζεται η γερμανική νομοθεσία και η τοπική ή διεθνής αποκλειστική αρμοδιότητα των δικαστηρίων του Vreden. Εν τούτοις ο επιχειρηματίας διατηρεί το δικαίωμα, να καταθέσει σε μεμονωμένες περιπτώσεις αγωγή στην έδρα του παραγγελιοδότη ή σε άλλα αρμόδια βάσει της εγχώριας ή αλλοδαπής νομοθεσίας δικαστήρια. Η δυνατότητα εφαρμογής της Σύμβασης του ΟΗΕ της  11. Απριλίου 1980 περί συμβάσεων και διεθνών πωλήσεων (CISG) εξαιρείται.


IX
. Ακυρότητα

Σε περίπτωση νομικής ακυρότητας ορισμένων εξ αυτών, οι υπόλοιποι προαναφερθέντες όροι παραμένουν πλήρως σε ισχύ. Οι άκυροι όροι πρέπει να ανταλλάσσονται κατά τρόπο ανάλογο του σκοπού της σύμβασης και των συμφερόντων των συμβαλλομένων μερών.

 

Vreden, 01.01.2008